Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Μπρος «Φάμπρικα Υφανέτ» και πίσω «Ρέμα Υφανέτ»...


Η μακέτα του εργοστασίου όπως θα διαμορφωθεί για να στεγάσει το Κ.Μ.Σ.Τ και τη Συλλογή Κωστάκη.




















Έκταση: 19.500 τ.μ
Έτος κατασκευής: 1901.
Έτος διακοπής λειτουργίας εργοστασίου: 1967
Έτος αγοράς της Συλλογής Κωστάκη: 2000
Φάμπρικα Υφανέτ: Αντιεξουσιαστική κατάληψη ανατρεπτικών προθέσεων: 2004

Έτος αγοράς του παλιού υφαντουργείου Υφανέτ από το Ελληνικό Δημόσιο: 2006




















Στέγαση στο “ΥΦΑΝΕΤ” του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.


Στις 29 Δεκεμβρίου του 2006 περιήλθε στην ιδιοκτησία του Υπουργείου Πολιτισμού το διατηρητέο κτίριο όπου στεγαζόταν το ιστορικό υφαντουργείο ΥΦΑΝΕΤ στην περιοχή της Τούμπας στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να στεγαστεί εκεί το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Το μέγεθος του κτιρίου και τα 12 στρέμματα του χώρου, αποτελούν εγγύηση για τη δημιουργία ενός σύγχρονου Μουσείου που θα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των φιλότεχνων ολόκληρου του κόσμου.

Τι είναι η Συλλογή Κωστάκη
Η Συλλογή Κωστάκη (σ.σ. Ο Γιώργος Κωστάκης Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1913 από Έλληνες γονείς με καταγωγή από τη Ζάκυνθο και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη ρωσική πρωτεύουσα.) απαρτίζεται από 1275 έργα τέχνης: πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, κατασκευές, κεραμικά σημαντικών καλλιτεχνών αντιπροσωπευτικά όλων των ρευμάτων της ρωσικής πρωτοπορίας. Η αγορά της Συλλογής Κωστάκη έγινε από το ελληνικό δημόσιο τον Μάρτιο του 2000, για το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που έχει την έδρα του στη Θεσσαλονίκη.


                                              Πίνακες της συλλογής Κωστάκη

Χρονικό κατάληψης




































«Η κατάληψη ήρθε ως επακόλουθο ζυμώσεων και αναγκαιοτήτων που προέκυψαν ύστερα από τα γεγονότα του Ιούνη του 2003 και της αλληλεγγύης στους 7 συλληφθέντες και απεργούς πείνας. Έτσι ορισμένες συλλογικότητες και άτομα που θέλησαν να δράσουν συλλογικά, ανταγωνιστικά και αυτόνομα μέσα από νέες πιο δυναμικές δομές, αποφάσισαν ύστερα από συνελεύσεις και συζητήσεις την κατάληψη του εργοστασίου. Η κατάληψη του παλιού εργοστασίου είναι μια έμπρακτη απάντηση στον παραλογισμό της μητρόπολης, όπου οι άνθρωποι στοιβάζονται σε διαμερίσματα, οι δημόσιοι χώροι ερημώνουν, οι αλάνες γίνονται πάρκινγκ, τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια γίνονται μουσεία-πολυχώροι κατανάλωσης και εφετζίδικων lifestyle συνευρέσεων. Η επιλογή της κατάληψης εκτρέπει την έννοια του ιδιωτικού χώρου και τον κάνει δημόσιο, ανοιχτό, ζωντανό. Η κατάληψη ως πράξη είναι μια στιγμή απελευθέρωσης ως διάρκεια είναι η επανοικειοποίηση του κλεμμένου χώρου και χρόνου, ένα πείραμα μέσα από το οποίο θα ξαναεφεύρουμε συλλογικά τις επαναστατικές διαδικασίες που θα μας επιτρέψουν να κινηθούμε οργανωμένα και ανταγωνιστικά προς το υπάρχον, ένας χώρος ο οποίος θα γεννήσει σχέσεις συντροφικότητας και εμπιστοσύνης ώστε να κινηθούμε δημιουργικά απέναντι στη μιζέρια της αλλοτριωμένης κοινωνίας και των εαυτών μας. Σημαίνει ακόμα τη βίωση μιας καθημερινότητας ενάντια στην πραγματικότητα του χρήματος, τις ιεραρχικές- εξουσιαστικές δομές και την αυταρχικότητα του συστήματος. Μέσα από κάθε μας ενέργεια προσπαθούμε να φτάσουμε ένα βήμα πιο κοντά στην ανατροπή, στη συλλογικοποίηση των αρνήσεων και των ονείρων μας.»
(Το παραπάνω κείμενο και η παραπάνω φωτογραφία είναι από το http://www.yfanet.net)

Το πρίσμα και η άποψη

Αν χρησιμοποιούσαμε γεωμετρικό όρο (ή λογική) θα λέγαμε ότι ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων εξαρτάται από το πρίσμα που κρατάει κανείς όταν βλέπει μέσα από αυτό τις καταστάσεις και προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα και να πάρει αποφάσεις. Το πρίσμα αυτό είναι κατασκευασμένο από τα υλικά των εμπειριών, των γνώσεων, των ικανοτήτων για ανάλυση και σύνθεση και του χαρακτήρα που έχει ο καθένας. Έτσι λοιπόν και με το κτίριο της ΥΦΑΝΕΤ. Κάποιοι το βλέπουν σαν έναν δημόσιο-κοινωνικό χώρο , όπου για να καλύψουν, κατά την γνώμη τους, κοινωνικές ανάγκες , το απαλλοτριώνουν (ή το ιδιωτικοποιούν χωρίς προφανές αντάλλαγμα). Τελικά πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το γενικό καλό και το συλλογικό συμφέρον; Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά του συλλογικού από το «συλλογικό»; Στις μέρες μας όλοι μιλάνε για την ανάπτυξη και όλοι κάνουν τις αναλύσεις τους. Και φυσικά όλοι περιμένουν τους βάρβαρους να δώσουν την λύση. Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μας στο επίπεδο της πόλης, βλέπουμε ότι οι κάτοικοί και οι Αρχές κάποιων πόλεων, νομίζουν ότι η ανάπτυξη θα’ ρθει απ’ έξω, απ’ τους άλλους. Άλλοι πάλι έχουν καταλάβει ότι η πόλη είναι αυτοί και ότι όλοι είμαστε υπεύθυνοι στο να φέρουμε την ανάπτυξη στην πόλη. Έτσι προσπαθούν να αναδείξουν τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα ή να δημιουργήσουν τέτοια.
Εδώ στην πόλη μας στοχαζόμασταν άλλα πράγματα και δεν είχαμε τόσο «χαμηλού» επιπέδου προβληματισμούς. Πως θα κάνουμε δηλαδή την πόλη μας πιο όμορφη, πιο λειτουργική, πιο ενδιαφέρουσα για να ζούμε σε ένα περιβάλλον ανθρώπινο και για μας αλλά και για τους επισκέπτες μας απ τους οποίους κάποιοι θα έχουν έλθει εξ αιτίας αυτής της συλλογής και αυτού του Μουσείου. Ένα τέτοιο σημαντικό πλεονέκτημα έχουμε στα χέρια μας ή καλύτερα στις αποθήκες μας και δεν το αξιοποιούμε. Γιατί; Διότι ομφαλοσκοπούμε. Μπορεί να γίνει; Μπορεί. Και τι θα γίνει με τον εναλλακτικό τρόπο ζωής που θέλουν κάποιοι; Το δικαιούνται; Ναι το δικαιούνται αλλά μπορούν να τον εφαρμόσουν αλλού. Δεν πρέπει να είμαστε αντίθετοι στην διάθεση κάποιου άλλου ικανού χώρου γι αυτό το πείραμα γιατί ο καθένας έχει δικαίωμα να ζήσει όπως θέλει και να προσπαθεί να επηρεάσει και άλλους για τις ιδέες του. Η ζωή δεν θα είναι πάντα η ίδια και θα πρέπει να πειραματιζόμαστε για καλύτερα «μοντέλα». Και που θα βρεθούν τα χρήματα για την απαιτούμενη διαμόρφωση του Μουσείου; Επειδή «τα λεφτά» είναι πολλά» σκέφτηκα ότι, όπως στην Αθήνα βρέθηκαν ιδρύματα που χρηματοδότησαν τέτοιες πολύ μεγάλες επεμβάσεις στον δημόσιο χώρο, όπως το Ίδρυμα Νιάρχου στην κατασκευή της Εθνικής βιβλιοθήκης και της Λυρικής σκηνής, έτσι και εδώ θα πρέπει να προκαλέσουμε κάτι αντίστοιχο. Ο Δήμος πρέπει να στραφεί σε αυτήν την κατεύθυνση και να καλέσει ιδρύματα, χορηγούς, να ερευνήσει για κονδύλια από την Ευρωπαική Ένωση και οτιδήποτε άλλο χρειαστεί για να υλοποιηθεί αυτό το έργο. Πρέπει να ενεργοποιήσουμε οτιδήποτε θα προωθήσει την πόλη πολιτιστικά και συγχρόνως δημιουργήσει εισόδημα, γιατί πρέπει να κινηθούμε και αυτόνομα. έξω από τις διαδικασίες του κράτους για να στηρίξουμε την πόλη προς όφελος όλων των κατοίκων της, μη εξαιρουμένης καμίας ομάδας. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν δυναμικά, με πρώτο (ίσως το σημαντικότερο) βήμα την (περιορισμένη χρονικά) διαβούλευση...